Monday, February 20, 2012

Η ΑΛΦΑΒΗΤΑ



Την άλφα βήτα μάθαινα από μικρό παιδάκι
Και τώρα που μεγάλωσα την κάνω τραγουδάκι

Αγάπη όποιος δεν ένοιωσε κι έρωντα δεν ηστάνθη
Τον έχει πλάσει ο Θεός μόνο να δίνει πάθη

Βάσανα η αγάπη σου μου έβαλε κυρά μου
Και μιαν ημέρα αν δε σε δω καίγεται η καρδιά μου

Γαζία στο περβόλι μου μια μέρα θα σε βάλω
Για να γροικώ τη μυρωδιά απ’ όπου κι αν προβάλω

Δέηση κάνω στο Θεό με δάκρυα στα μάθια
Γιατί μικρό μου την καρδιά την έκαμες κομμάτια

Έκρηξη σαν ηφαίστειο έκαμε η καρδιά μου
Όταν σε πρωτοαντίκρυσα στο δρόμο μου κυρά μου

Ζηλεύω που ’ναι τα πουλιά όλα ζευγαρωμένα
Στον ουρανό την άνοιξη και πολυαγαπημένα

Ηλεκτρισμό τα μάθια σου πετούν σαν με ξανοίγεις
Κι όλο το είναι μέσα μου πολύ το βασανίζεις

Θαυμάζω την υπομονή που κάνει το κορμί μου
Όταν σε δω να τριγυρνάς στο δρόμο μου μικρή μου

Ιδανική ’σαι κοπελιά για αγάπη στη ζωή μου
Και κάνω τάμα στο Θεό για να γενείς δική μου

Κυπαρισσάκι μου ψηλό χαρώ την ομορφιά σου
Ήθελα να ΄μουνα πουλί να κάτσω στα κλαδιά σου

Λαχτάρα έχω να σε δω στο δρόμο μου μωρό μου
Να ακούω την ανάσα σου εις το προσκέφαλό μου

Μες της νυχτιάς τη σιγαλιά που ο έρωντας φουντώνει
Σου αρέσει εσένα κούκλα μου για να κοιμάσαι μόνη

Νιάτα, ομορφιά και άρωμα σου έδωσε η φύσις
Και να τα εκμεταλλευτείς τα χρόνια που θα ζήσεις

Ξημέρωσε και φύγανε όλα τα όνειρά μου
Που σε κρατούσα ολονυχτίς σφιχτά στην αγκαλιά μου

Όαση κάνω στην καρδιά μωρό μου να σε βάλω
Και τη ζωή να ζήσουμε τα δυό μας ζάλο-ζάλο

Παλεύω με τον έρωντα που μου’δωσες μικρή μου
Και κάθε μέρα στη φωτιά καίγεται το κορμί μου

Ρεμβάζω φως μου σα σε δω και τρέμω μη φωνάξω
Τον έρωντα που μου’δωκες ρομάντζο θα τον γράψω

Σαΐτα κάνω τη καρδιά μικρό μου να στη πέψω
Γιατί σ’αγάπησα πιστά και μ’άφησες απ’έξω

Ταιριάζω όσα μου’λεγες τα κάνω ένα βιβλίο
Πως θα’μαστε εις τη ζωή μονάχα εμείς οι δύο

Υπέροχο ’ναι ν’ αγαπάς μα αν δεν σ’αγαπούνε
Όλες οι λύπες της ζωής εσένα ακολουθούνε

Φωτιά μ’ανάβεις στο κορμί μικρό μου και φουντώνω
Όταν περνάς σιγά-σιγά και εγώ σε καμαρώνω

Χιόνι θα γίνω στο βουνό να λιώνω λίγο-λίγο
Γιατί απ’την καρδούλα σου με έδιωξες να φύγω

Ψίχουλα την αγάπη σου μου έδωσες μωρό μου
Και δεν ελπίζω να βρεθείς μια μέρα στο πλευρό μου

Ωραία είναι ν’αγαπάς, μα ν’αγαπάς στ’αλήθεια
Γιατί μαχαίρι μπήχνεται καθημερινά στα στήθια

Από το Αλφα η ζωή στο Ωμέγα καταλήγει
Και περιμένει τη στιγμή να σηκωθεί να φύγει

ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ



Εγώ τις μαντινάδες μου τσι έμαθα στ’αόρι
Μαζί με τον τσιγκροβορέ και το ξεροβόρι

Όνειρα λύπες και χαρές όλα τα τραγουδούσα
Και τα πουλάκια στα κλαδιά κι εκείνα μου απαντούσαν

Οι μαντινάδες που έλεγα φορούσανε εμένα
Και τα πουλιά που ακούγανε μ’έβλεπαν λυπημένα

Τα αηδόνια κι όλα τα πουλιά μου κάνανε καντάδα
Γι’αυτό κι εγώ την έγραψα τούτη τη μαντινάδα

Όποιος βρεθεί ένα πουλί αθώο να σκοτώσει
Τον πόνο την οδύνη του ο χάρος να του δώσει

Κανένα δεν πειράζουνε μόνο πως κελαηδούνε
Τις λύπες τους και τις χαρές θέλουνε να μας πούνε

Και το πουλί που κελαηδεί κι εκείνο έχει πόνο
Σαν χάσει το ταιράκι του και θ’απομείνει μόνο

Άνοιξες πάλι τα φτερά μα σου’κοψα τη φόρα
Και το τιμόνι σου έσπασα και τι θα κάνεις τώρα

Άνοιξες πάλι τα φτερά βάζεις μπροστά τον πέτη
Μα όποιο πουλί ψηλά πετά εύκολα χάμε πέφτει

Είμαι πουλί χωρίς φτερά δεν ξέρω αν θα μπορέσω
Ν’ανοίξω τις φτερούγες μου και χάμε να μην πέσω

Το άκουσα που το λέγανε πουλιά εις τον αέρα
Μικρούλα μου πως μ’αγαπάς κι έγινε η νύχτα μέρα

Έδωσα τις ελπίδες μου σ’όσα πουλιά πετούνε
Αν θα σε δούνε που γυρνάς να’ρθουνε να μου πούναι

Μα ετσά καιρό τροζό πουλί που θέλεις να πετάξεις
Που ακόμα δεν δυνάμωσες και τα φτερά θα σπάσεις

Πουλί μου ταξιδιάρικο εγώ φωλιά θα χτίσω
Αν θα μου φέρεις μήνυμα θα σε φιλοξενήσω

Όλη τη μέρα τα πουλιά πετούν ευτυχισμένα
Και σαν βραδιάσει βρίσκονται πάλι αγκαλιασμένα

Σαν ξημερώσει τα πουλιά ανοίγουν τα φτερά τους
Και τραγουδούνε τους καϋμούς που’χουνε στη καρδιά τους

Εγώ πετώ ελεύθερα όπως τα χελιδόνια
Και τραγουδώ τον πόνο μου παρέα με τ’αηδόνια

Με τα πετούμενα πουλιά επήγαινα, πετώντας
Τώρα μου κόψαν τα φτερά και πάω περπατώντας

Με τα πετούμενα πουλιά ήθελα να πετάξω
Πως σ’αγαπώ ειλικρινά θέλω να το φωνάξω

Σαν πέρδικα πετώ κι εγώ χαράκι σε χαράκι
Και τραγουδώ τον πόνο μου με κέφι και μεράκι

Θέλω να χτίσω μια φωλιά σίγουρη σ’ένα βράχο
Για να’ρχεται να κάθεται κάθε πουλί μονάχο

Σεις ταξιδιάρικα πουλιά που πάτε σ’άλλα μέρη
Πέστε της πως την αγαπώ ακόμα , να το ξέρει

Τα χρόνια που ήμουν στα βουνά με τα πουλιά πετούσα
Σαν μπήκα στον πολιτισμό άνθρωπο δεν θωρούσα

Μες τα βαθιά μεσάνυχτα βγαίνουνε οι κουκουβάγιες
Και εις τους δρόμους βγαίνουνε οι όμορφες νεραϊδες

Όποιος ακούει ένα πουλί να κλαίει μες τις ρούγιες
Είναι γιατί του έχουνε σπασμένες τις φτερούγες

Όσα πουλιά κι αν έρθουνε από τα ξένα μέρη
Εμένα την αγάπη μου κανένα δεν θα φέρει

Να κουλαθεί η χέρα του εκείνου που σκοτώνει
Ένα ανήμπορο πουλί και το ξεζευγαρώνει

Περαστικά’ναι τα πουλιά που σήμερα πετούνε
Γιατί δεν είδα μήνυμα εμένα να μου πούναι

Την καλημέρα μου έκοψες και τα πολλά τα έτη
Μα όποιο πουλί ψηλά πετά εύκολα πάλι πέφτει

Ζηλεύω πούναι τα πουλιά όλα ζευγαρωμένα
Κι εμείς τα δυο αγαπιόμαστε και ζούμε χωρισμένα

Τα μάτια λένε της καρδιάς, καρδιά γιατί έχεις λύπη
Κοιτάζετε και βλέπετε το ταίρι σας πως λείπει

Αγαπημένο μου πουλί κοίταξε να’βρεις ταίρι
Γιατί χειμώνας δεν περνά χωρίς το καλοκαίρι

Με τα δικά σου τα φτερά έχεις ψηλά πετάξει
Γι’αυτό και δεν σ’απασχολεί αν ο καιρός αλλάξει

Μεσοσφαμένο σαν πουλί μ’άφησες να σπαράσω
Γ’απόσφαξέ με κιας καλά ,γ’άσε με να πετάξω

Ο αητός είναι πουλί και βασιλιάς του ανέμου
Να’χα κι εγώ τη χάρη του μόνο μια ώρα Θεέ μου

Δεν ρίχνω μπλιό μου στα πουλιά γιατί τα ξεταιριάζω
Κι από δικό μου ξέρω εγώ και δεν καταδικάζω

Τσι κοτσιφούς τα ξόδιασα τα μπαρουτόσκαγά μου
Τώρα θωρώ τις πέρδικες και καίγεται η καρδιά μου

Πέρδικα πετροπέρδικα μη κατεβείς στα ρυάκια
Γιατί σε τριγυρίζουνε πολλώ λογιώ γεράκια

Πέρδικα που είσαι πλουμιστή και καμαροσαλεύτρα
Άφησε λίγο τα βουνά και στους αιθέρες πέτα


Είναι ο αητός περήφανος μα’ναι και το γεράκι
Και βάνουν σε υπόληψη κάθε λογιών πουλάκι

Τη δύναμή του ο αητός ποτέ δεν την καρχάται
Μα δεν υπάρχει και πουλί που να μην τον φοβάται

Ψηλά την χτίζω τη φωλιά γιατί καταλαβαίνω
Πως έχω δυνατά φτερά κι όπου κι αν θέλει βγαίνω

Ψηλά τη χτίζω τη φωλιά στη πριναροκουτσούρα
Κι ότι βορές και να φυσά εγώ κρατώ σιγούρα

Πετώ ψηλά και χαίρομαι για δεν μπορούν να βγούνε
Άλλα πουλιά που με μισούν για να με γδικηθουνε

Όποιος μπορεί στον ουρανό φωλιά πουλιού να χτίσει
Αυτός θα είναι ικανός εμένα να νικήσει

Έλα να χτίσεις τη φωλιά απού’χεις θεμελιώσει
Για δεν μπορεί άλλο πουλί να τηνε τελειώσει

Τα δυό πουλιά σε μια φωλιά ζευγαρωμένα ζούνε
Μα δυό φωλιές σε μια καρδιά να ζούνε δεν μπορούνε

Μη τονε κλαις τον αητό όσο κι αν ε γεράσει
Την λεβεντιά απού’χεναι ποτέ δεν θα τη χάσει

Το μερακλίδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν πιάνει
Μα τραγουδά τον πόνο του ως ότου να ποθάνει

Τραγούδια λέει της χαράς τραγούδια για τον πόνο
Μα δεν του αρέσει ν’αγαπά γι’αυτό απομένει μόνο

Δεν έχω παρά μια καρδιά κι είναι και κείνη ξένη
Σε μερακλίδικο πουλί την έχω χαρισμένη

Τα μερακλίδικα πουλιά στον κόσμο διαλαλούνε
Πως μερακλίδικες καρδιές μόνο στα Ακούμια ζούνε

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ


(Με τις παιδικές μου αναμνήσεις περιγράφω τη γυναίκα της υπαίθρου μέσα από μαντινάδες)

Από μικρός που ήμουνα τη Μάνα μου θωρούσα
Τα βάσανα που τράβαγε και την-ε συμπονούσα

Πιάνω μολύβι και χαρτί που μού΄ρθανε οι σκέψεις
Να περιγράψω μια μορφή με λόγια και με λέξεις

Για μια γυναίκα του χωριού θέλω να ιστορήσω
Και γύρισα τις μνήμες μου κάμποσους χρόνους πίσω

Μια ώρα πριν να φέξει η αυγή και πριν να ξημερώσει
Η Μάνα μου εσηκώνουνταν και τσ'αλλους να σηκώσει

Μέσα στο χάραμα τσ'αυγής πολλά ΄χενε να κάμει
Και άνθρωπο δεν είχενε ποτέ να της συντράμει

Πρώτη δουλειά της ήτανε την παραστιά να ανάψει
Οικονομία έκανε ξύλα πολλά μην κάψει

Στο μπρίκι έβανε νερό φασκόμηλο να βράσει
Και φώναζε τους να το πιούν λεφτό για να μη χάσει

Και ύστερα ετοιμάζεται να στέσει το τσικάλι
Ω! Παναγία Δέσποινα κι ήντα θα ψήσω πάλι

Φουρνόξυλα δεν έχουμε και πρέπει να ζυμώσω
Γιατί μεγάλη φαμελιά έχω να μεγαλώσω

Παιδί μου, άντε να κόψουμε ένα δεμάτι ξύλα
Και βάλε και στις τσέπες σου χαρούπια και σταφίδα

Και μόλις εγιαγέρναμε ρούχα να αναμαζώξει
Να πλύνει γιατί έλιαζε κι έπρεπε να τα απλώσει

Νερό πολύ εζέσταινε κι έκανε τη μπουγάδα
Με άθο και δαφνόφυλλα τα'πλωνε στη λιακάδα

Ελάμπανε τα ρούχα τση ως έλαμπε το χιόνι
Λευκαντικό δεν είχενε δεν είχε ούτε σκόνη

Την εποχή του θερισμού επήγαινε στο θέρος
Κι όλες τις άλλες τις δουλειές τα΄αφηνε καταμέρος

Στην ντάλα του μεσημεριού που ο ήλιος είχε βράσει
Αυτή κοπέλι έπρεπε να πιάσει να βυζάξει

Γιατί μαζί τζη το'παιρνε δεν είχε που το αφήσει
Μα δα από παιδικούς σταθμούς έχουμενε γεμίσει

Των κοπελιώ τση τα προυκιά έπρεπε για να φάνει
Κοντό δεν είχε άλλες δουλειές που έπρεπε να κάνει

Στον αργαλειό καθότανε με κέφι και μεράκι
Το'χε στεμμένο μια ζωή μέσα στο κατωγάκι

Ύφαινε και περίμενε να'ρθουνε τα κοπέλια
Και γέμιζε το σπίτι τζη με κέφι και με γέλια

Καλώς τα τα κοπέλια μου και τα γλυκοφιλάει
Κι αναρωτιέται ήντα φαϊ πάλι να των εβάλει

Τα έπιανε και τα'βανε γύρω στο τραπεζάκι
Παιδιά μου σήμερα έχουμε ελιές με το ψωμάκι

Ετρώγανε με όρεξη ό,τι και να τους δώσει
Επροσπαθούσε όπως μπορεί για να τα μεγαλώσει

Όλα αυτά δεν φτάνανε να κάμει, είχε κι άλλα
Πιάνει ταράχτη και μαγιά να πήξει και το γάλα

Εξάνοιγά την κι έλεγα πόσες ευθύνες έχει
Κι όμως δεν άκουσα ποτέ να πει πως δεν αντέχει

Και σήμερο πατεί κουμπιά πλύνει και μαγειρεύει
Και όλη τη μέρα στην τιβί κάθεται και χαζεύει

Και γούζεται πως δεν μπορεί να λέει πως δεν προκάνει
Κουσκούσι στο τηλέφωνο ούτε λεφτό δεν χάνει

Εύχομαι η νέα η γενιά αυτά να μην τα ζήσει
Γιατί ΄νε δύσκολη η ζωή και δεν θα νταγιαντήσει

Εφτάξαμε μια εποχή άδικο να της λάχει
Το καλημέρα όποιος σου πει πρέπει συμφέρο να΄χει