(Με τις παιδικές μου
αναμνήσεις περιγράφω τη γυναίκα της
υπαίθρου μέσα από μαντινάδες)
Από
μικρός που ήμουνα τη Μάνα μου θωρούσα
Τα
βάσανα που τράβαγε και την-ε συμπονούσα
Πιάνω
μολύβι και χαρτί που μού΄ρθανε οι σκέψεις
Να
περιγράψω μια μορφή με λόγια και με
λέξεις
Για
μια γυναίκα του χωριού θέλω να ιστορήσω
Και
γύρισα τις μνήμες μου κάμποσους χρόνους
πίσω
Μια
ώρα πριν να φέξει η αυγή και πριν να
ξημερώσει
Η
Μάνα μου εσηκώνουνταν και τσ'αλλους να
σηκώσει
Μέσα
στο χάραμα τσ'αυγής πολλά ΄χενε να κάμει
Και
άνθρωπο δεν είχενε ποτέ να της συντράμει
Πρώτη
δουλειά της ήτανε την παραστιά να ανάψει
Οικονομία
έκανε ξύλα πολλά μην κάψει
Στο
μπρίκι έβανε νερό φασκόμηλο να βράσει
Και
φώναζε τους να το πιούν λεφτό για να μη
χάσει
Και
ύστερα ετοιμάζεται να στέσει το τσικάλι
Ω!
Παναγία Δέσποινα κι ήντα θα ψήσω πάλι
Φουρνόξυλα
δεν έχουμε και πρέπει να ζυμώσω
Γιατί
μεγάλη φαμελιά έχω να μεγαλώσω
Παιδί
μου, άντε να κόψουμε ένα δεμάτι ξύλα
Και
βάλε και στις τσέπες σου χαρούπια και
σταφίδα
Και
μόλις εγιαγέρναμε ρούχα να αναμαζώξει
Να
πλύνει γιατί έλιαζε κι έπρεπε να τα
απλώσει
Νερό
πολύ εζέσταινε κι έκανε τη μπουγάδα
Με
άθο και δαφνόφυλλα τα'πλωνε στη λιακάδα
Ελάμπανε
τα ρούχα τση ως έλαμπε το χιόνι
Λευκαντικό
δεν είχενε δεν είχε ούτε σκόνη
Την
εποχή του θερισμού επήγαινε στο θέρος
Κι
όλες τις άλλες τις δουλειές τα΄αφηνε
καταμέρος
Στην
ντάλα του μεσημεριού που ο ήλιος είχε
βράσει
Αυτή
κοπέλι έπρεπε να πιάσει να βυζάξει
Γιατί
μαζί τζη το'παιρνε δεν είχε που το αφήσει
Μα
δα από παιδικούς σταθμούς έχουμενε
γεμίσει
Των
κοπελιώ τση τα προυκιά έπρεπε για να
φάνει
Κοντό
δεν είχε άλλες δουλειές που έπρεπε να
κάνει
Στον
αργαλειό καθότανε με κέφι και μεράκι
Το'χε
στεμμένο μια ζωή μέσα στο κατωγάκι
Ύφαινε
και περίμενε να'ρθουνε τα κοπέλια
Και
γέμιζε το σπίτι τζη με κέφι και με γέλια
Καλώς
τα τα κοπέλια μου και τα γλυκοφιλάει
Κι
αναρωτιέται ήντα φαϊ πάλι να των εβάλει
Τα
έπιανε και τα'βανε γύρω στο τραπεζάκι
Παιδιά
μου σήμερα έχουμε ελιές με το ψωμάκι
Ετρώγανε
με όρεξη ό,τι και να τους δώσει
Επροσπαθούσε
όπως μπορεί για να τα μεγαλώσει
Όλα
αυτά δεν φτάνανε να κάμει, είχε κι άλλα
Πιάνει
ταράχτη και μαγιά να πήξει και το γάλα
Εξάνοιγά
την κι έλεγα πόσες ευθύνες έχει
Κι
όμως δεν άκουσα ποτέ να πει πως δεν
αντέχει
Και
σήμερο πατεί κουμπιά πλύνει και μαγειρεύει
Και
όλη τη μέρα στην τιβί κάθεται και χαζεύει
Και
γούζεται πως δεν μπορεί να λέει πως δεν
προκάνει
Κουσκούσι
στο τηλέφωνο ούτε λεφτό δεν χάνει
Εύχομαι
η νέα η γενιά αυτά να μην τα ζήσει
Γιατί
΄νε δύσκολη η ζωή και δεν θα νταγιαντήσει
Εφτάξαμε
μια εποχή άδικο να της λάχει
Το
καλημέρα όποιος σου πει πρέπει συμφέρο
να΄χει
No comments:
Post a Comment